Βυζαντινή τέχνη


Βυζαντινή τέχνη είναι η τέχνη που θα μεγαλουργήσει μέσα από έναν Ελληνισμό που θεωρείται, όχι στα στενά του γεωγραφικά πλαίσια, αλλά στην ευρύτερη περιοχή ακτινοβολίας του ελληνικού πολιτισμού, ως πνευματική καλλιτεχνική εκδήλωση, αυτόνομη και δημιουργική, μετά την υποταγή στους Ρωμαίους και μέσα από τις δυτικο-ανατολικές επιδράσεις αλλά με ειρμό συνοχής την κοινή θρησκεία και το κράτος.

Η παλαιοχριστιανική αρχιτεκτονική σημειώνει την πρώτη - χρονολογικά - τομή που προηγείται της βυζαντινής περιόδου που έχει αναδείξει την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Παρατηρείται ότι η επικράτηση του Χριστιανισμού εισάγει ένα θεοκεντρισμό έντονο στην τέχνη της περιόδου. Πρώτη έκφραση αυτού είναι η αρχιτεκτονική δομή της Βασιλικής, ενός οικοδομήματος μακρόστενου, χωρισμένου σε κατά μήκος τμήματα εσωτερικά και αντιπροσωπευτικά του ιδεώδους χριστιανικού ναού. Διακρίνεται σε δρομική βασιλική, βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και σταυρική βασιλική.

Ο νεοεμφανιζόμενος αυτός τύπος εκκλησίας προκαλεί ερευνητικό ενδιαφέρον για τους παράγοντες που επέβαλαν τη δημιουργία του. Η στενή σχέση Κράτους-Εκκλησίας και η λειτουργία της τελευταίας ως κρατικού φορέα - οργάνου, η εσωτερική διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας, οι χρηματοδοτήσεις από τους εκάστοτε αυτοκράτορες, η συνύπαρξη εκκλησιαστικών και διοικητικών κρατικών κέντρων στις ίδιες πόλεις και οι μετακινήσεις των αρχιτεκτόνων, συνιστούν τους παράγοντες εκείνους που προκάλεσαν την ανάπτυξη και εξάπλωση του ρυθμού της βασιλικής.

Ο περίκεντρος ναός είναι ο εκκλησιαστικός αρχιτεκτονικός ρυθμός που εμφανίζεται στη συνέχεια. Ενδέχεται να σκεπάζεται από θόλο και να έχει σχήμα κυκλικό (χαρακτηριστικό παράδειγμα η ροτόντα της Θεσσαλονίκης ή ναός του Αγ. Γεωργίου) πολυγωνικό, τετράκογχο ή τρίκογχο. Η προβληματική της στήριξης του θόλου επιβάλλει ένα ρυθμό που θα λύσει το πρόβλημα που ανέκυψε από τη βασιλική με τρούλο, στο εσωτερικό της οποίας κυριαρχούν κίονες και κιονόκρανα κορινθιακού κυρίως ρυθμού με παραλλαγές και τα πολύ γνωστά θεοδοσιανά κιονόκρανα. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι ο τύπος του περίκεντρου ναού, που εισάγει τη μεγαλοπρέπεια και το υπερβολικό στοιχείο, λόγω της εμφάνισης του θόλου, είναι από λειτουργικής απόψεως κατώτερος της βασιλικής, γι' αυτό άλλωστε και η τελευταία επικράτησε κατά την περίοδο από το Μεγάλο Κωνσταντίνο ως τον Ιουστινιανό.

Τα ψηφιδωτά

Τα ψηφιδωτά, καθώς προχωράμε στη μελέτη της παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής, είναι ένα άλλο αξιόλογο χαρακτηριστικό της διακόσμησης των ναών. Πρόκειται βέβαια για έναν τύπο δημιουργίας που είχε πρωτοεμφανιστεί και διαμορφωθεί τον 5ο πΧ αιώνα, παρόλα αυτά όμως στο Βυζάντιο έφτασε στην τελείωσή του. Αρχικά γινόταν χρήση των ψηφιδωτών για την κάλυψη επιφανειών, όπως δαπέδων κατοικιών, ανακτόρων, ναών και εσωτερικών τοίχων των χριστιανικών ναών. Τα ψηφιδωτά των δαπέδων ακμάζουν κατά τους αιώνες 4ο, 5ο και 6ο. Διακοσμητικά θέματα έχουν, πλην του σταυρού και των θεμάτων από την Αγία Γραφή, τα γεωμετρικά σχέδια, φυτά, ζώα με συγκεκριμένες σκηνές κυνηγιού και αλληλοεξόντωσης, ακόμη και μυθολογικά θέματα συμβολικά και αλληγορικά. Τα ψηφιδωτά των τοίχων των ναών θα δώσουν τη μεγαλύτερη άνθιση στο είδος και καθώς συγκρινόμενα με τη ζωγραφική είναι συνθέσεις δύσκολες στην εκτέλεση αλλά και δαπανηρές γι' αυτούς που επιθυμούν την απόκτησή τους, θα βρουν πρόσφορο έδαφος εξαιτίας και των πολιτικών εξελίξεων και της κατίσχυσης του Χριστιανισμού στη Μεσόγειο των παλαιοχριστιανικών χρόνων. Το χαρακτηριστικό των δημιουργών των ψηφιδωτών αυτών είναι ότι προσπαθούν και το κατορθώνουν να αποδώσουν την πνευματική περισσότερο υπόσταση των μορφών έναντι της σωματικής-υλικής, με έναν τρόπο υπερβατικό και με τονισμό των ματιών, κέντρου του ανθρώπινου ψυχισμού. Χαρακτηριστικά δείγματα ψηφιδωτών της δυτικής τέχνης είναι το Μαυσωλείο της κόρης του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο ναός της Αγίας Μαρίας της Μείζονος και του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, το Βαπτιστήριο της Μητροπόλεως στη Νεάπολη, το Μαυσωλείο της Γκάλα Πλακιδίας στη Ραβέννα.

Ραβέννα

Η γλυπτική στη συνέχεια εκδηλώνεται ως ανάπτυξη της συριακής και παλαιστινιακής τέχνης με περιεχόμενο κυρίως ποιμενικό και ειδυλλιακό, αλλά και αναπτυσσόμενο σε θρησκευτικά θέματα.

Η μικροτεχνία αναπτύσσεται στα πλαίσια συντεχνιών έχοντας και υλικό προς επεξεργασία το ελεφαντόδοντο, το χρυσάφι, το ασήμι. Ελλειπτικά είναι τα πρόσφατα για τους μελετητές του τομέα αυτού δείγματα, επειδή ακριβώς ο πολύτιμος χαρακτήρας των αντικειμένων δεν επέτρεπε τη διάσωση τους στις αρχικές τους μορφές και σχήματα.

Από τον Ιουστινιανό ως τη λήξη της Εικονομαχίας

Κατά την περίοδο αυτή ο Ιουστινιανός θα κατορθώσει να μεταβάλει την Κωνσταντινούπολη σε πολιτιστικό-πολιτισμικό κέντρο με παράλληλη οικονομική άνθηση.

Στα χρόνια της βασιλείας του (6ος αι.) θα παρουσιαστεί η τρουλωτή βασιλική που δε μοιάζει με τις προσπάθειες που προηγήθηκαν για τοποθέτηση τρούλου πάνω από το Βήμα ή στέγασης του κυκλικού ή πολυγωνικού κτιρίου με θόλο, αλλά προσπαθεί να συνδυάσει τον κατά μήκος άξονα της δρομικής βασιλικής με τον κατακόρυφο άξονα των περίκεντρων, τρουλωτών κτιρίων. Το ιδεώδες της τρουλωτής βασιλικής θα βρει την έκφρασή του στο ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο ημισφαιρικός τρούλος στηρίζεται πάνω σε τέσσερις ογκώδεις πεσσούς με τη βοήθεια τεσσάρων ημικυκλικών τόξων και τεσσάρων γωνιαίων σφαιρικών τριγώνων.

Χαρακτηριστικά ιουστινιάνεια κτίσματα είναι ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, η βασιλική της Αγίας Ειρήνης και οι ναοί των Αγίων Αποστόλων και Αγίου Ιωάννη στην Έφεσο.


Πρωτοβυζαντινή τέχνη

Η περίοδος αυτή ορίζεται από την επέκταση των Αράβων ως το τέλος της εικονομαχίας και ταυτίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της με την κρίση της εικονομαχίας. Έχει χαρακτηριστεί ως σκοτεινή περίοδος γιατί όσα σώθηκαν είναι ελάχιστα.

Η μεγάλη εξάπλωση των Αράβων είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας ειρηνικής πολεμικής με συναγωνισμούς στον πολιτιστικό τομέα και αλληλεπιδράσεις. Οι Άραβες, για τη δημιουργία της δικής τους τέχνης, πήραν τα στοιχεία του πολιτισμού των χωρών που κατέκτησαν και οι Βυζαντινοί για να τους συναγωνιστούν μιμήθηκαν σε μερικά σημεία τα δημιουργήματα των Αράβων. Στην περίοδο αυτή η επίδραση των Αράβων είναι άμεση και εκδηλώνεται κυρίως στην κοσμική αρχιτεκτονική. Την ξέρουμε όμως από φιλολογικές πηγές.

Στην αρχιτεκτονική τα υλικά και οι τρόποι δομής συνεχίζουν την παράδοση της προηγούμενης περιόδου, μόνο που τα μνημεία είναι πολύ λίγα. Ο τύπος που συνδυάζει τη βασιλική με το περίκεντρο κτίριο, η Βασιλική με τρούλο, της οποίας το αποκορύφωμα συναντάμε στην Αγία Σοφία του Ιουστινιανού, θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται και τώρα, ακολουθώντας εξελικτική πορεία προς το σταυροειδή τύπο με τρούλο.

Από τα μνημεία που σώζονται στην Κωνσταντινούπολη σημαντικότερο είναι η Αγία Ειρήνη, στη Νίκαια της Μ. Ασίας (σωζόταν ως το 1922) είναι ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου και στη Θεσσαλονίκη η Αγία Σοφία, που κτίστηκε πάνω σε παλαιότερη βασιλική (τοποθετείται στον 8ο αιώνα).

Η αντίδραση στη θρησκευτική ζωγραφική των εκκλησιών, υπό την πίεση της ανεικονικής Ανατολής, δεν έπαυσε να προβληματίζει το Βυζάντιο σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, οι οποίοι κατάγονταν από την Ανατολή, στην προσπάθειά τους να συγκρατήσουν τους ανατολικούς πληθυσμούς, που τους έβλεπαν να απομακρύνονται από την επιρροή του κράτους, τάχθηκαν υπέρ της ανεικονικής διακόσμησης των Εκκλησιών.

Το 726 ο Λέοντας ο Γ' με νόμο διέταξε την καταστροφή του θρησκευτικού μνημειακού διακόσμου των εκκλησιών, καθώς και των εικόνων.

Οι Άραβες απαγόρευαν κάθε έμψυχη παράσταση, ενώ στο Βυζάντιο η εικονοκλαστική κίνηση καταδίκασε μόνο τις θρησκευτικές εικονικές διακοσμήσεις. Έτσι τα εικονογραφικά θέματα στην περίοδο της Εικονομαχίας περιορίστηκαν σε παραστάσεις Σταυρών, λουλουδιών και ζώων. Όμως από τη ζωγραφική της πρωτοβυζαντινής περιόδου σώζονται ελάχιστα δείγματα:


στην Αγία Ειρήνη της Κωνσταντινούπολης ο Σταυρός (από την εποχή της εικονομαχίας) στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας,

στην Κοίμηση της Θεοτόκου της Νίκαιας (που καταστράφηκε το 1922) είχε διασωθεί πλούσιος ψηφιδωτός διάκοσμος και

στην Αγία Σοφία της Θεσσαλονίκης υπάρχουν τα ψηφιδωτά που στολίζουν την καμάρα του Ιερού.

Λείψανα τοιχογραφιών με ανεικονικές διακοσμήσεις ανακαλύφτηκαν στη Θεσσαλονίκη, στη Μάνη και στη Νάξο. Τοποθετούνται στον 9ο αιώνα, στην εποχή του Θεόφιλου. Από τα σημαντικότερα έργα της Βυζαντινής τορνευτικής ήταν η χάλκινη πόρτα, δωρεά του αυτοκράτορα Θεόφιλου στην Αγία Σοφία (το 1954 έπαθε σημαντικές φθορές από τους Τούρκους).

Είναι η παλαιότερη και η ωραιότερη από τις γνωστές βυζαντινές πόρτες με ανάγλυφα κοσμήματα, μαιάνδρους, όπου είχαν χαραχθεί τα ονόματα του Θεόφιλου και του γιου του Μιχαήλ.


Παράλληλα με την αρχιτεκτονική και την ζωγραφική, αναπτύσσεται και η μικροτεχνία με βάση υλικά όπως το ελεφαντόδοντο, το χρυσάφι ή το ασήμι, αν και δεν διασώζεται σήμερα μεγάλο μέρος δημιουργιών αυτού του είδους.


Μεσοβυζαντινή περίοδος

Η περίοδος αυτή αρχίζει από το τέλος της εικονομαχίας και φτάνει ως την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους. Η περίοδος αυτή λέγεται ότι είναι η ώριμη εποχή του Βυζαντίου. Οι επιστήμες, τα γράμματα, οι τέχνες έχουν φτάσει σε υψηλό επίπεδο, ώστε να γίνεται λόγος για "αναγεννήσεις" τόσο στην εποχή των Μακεδόνων όσο και των Κομνηνών.


Στην αρχιτεκτονική, ο τύπος της βασιλικής εξακολουθεί να είναι σε χρήση κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο σε μικρή όμως κλίμακα, συνηθέστερα για τους μητροπολιτικούς ναούς των επαρχιών.

Ο σταυροειδής εγγεγραμμένος τύπος με τρούλο επικρατεί σε όλη τη βυζαντινή περίοδο και αποτελεί την κυριότερη μορφή της βυζαντινής ναοδομίας. Το σταυρικό σχήμα με τη συμβολικό του σημασία στον τύπο αυτό εξαίρεται και εκφράζει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη θεωρία των βυζαντινών ότι ο ναός αποτελεί εικόνα του κόσμου (ναός-μικρόκοσμος), όπου ο τρούλος συμβολίζει τον ουρανό.

Ένας άλλος τύπος που εμφανίζεται αυτή την περίοδο είναι ο οκταγωνικός, του οποίου η ονομασία προέρχεται από τη στήριξη του τρούλου που είναι οκταγωνική. Οι οκταγωνικοί ναοί διακρίνονται σε δυο κατηγορίες:


ο ηπειρωτικός οκταγωνικός τύπος, που ονομάζεται έτσι τελείως συμβατικά, γιατί τα μνημεία που έχουν σωθεί βρίσκονται όλα κατά σύμπτωση στην ηπειρωτική Ελλάδα,

ο νησιωτικός οκταγωνικός τύπος, όπως λέγεται, γιατί τα παραδείγματα που ήταν μέχρι τώρα γνωστά βρίσκονταν στα νησιά, στη Χίο και στην Κύπρο. Τελευταία επισημάνθηκε ναός του τύπου αυτού έξω από τη Θεσσαλονίκη (η Μεταμόρφωση στο Χορτιάτη).

Οι ναοί κτίζονται με τούβλα (πλίνθους) και πέτρες ακατέργαστες ή λαξευμένες ή μόνο με τούβλα. Η εναλλαγή του κόκκινου τούβλου με την ανοιχτόχρωμη πέτρα έδινε ωραιότατα αισθητικά αποτελέσματα, τα οποία οι Βυζαντινοί - που τόσο αγαπούσαν τις χρωματικές αντιθέσεις - εκμεταλλεύτηκαν στις οικοδομές τους σε όλη τη βυζαντινή περίοδο.

Οι πέτρες χρησιμοποιούνται κυρίως στις περιοχές όπου υπάρχουν σε αφθονία. Έτσι στις εκκλησίες του ελλαδικού χώρου κυριαρχεί η χρήση της πέτρας και συγκεκριμένα από το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα αρχίζει η χρήση της λαξευμένης πέτρας και των τούβλων.

Χαρακτηριστικό των ελλαδικών εκκλησιών στην εξωτερική όψη γίνεται τότε το πλινθοπερίκλειστο και το ατελές πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής.

Ανάμεσα στις πέτρες αυτού του δομικού συστήματος απαντούν πολλές φορές κοσμήματα από λεπτά τούβλα που ονομάζονται κεραμοπλαστικά κοσμήματα. Από το 10ο αιώνα συνηθισμένα διακοσμητικά θέματα είναι τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου χωρίς συγκεκριμένο νόημα, σταυροί με το Α και το Ω, γεωμετρικά μοτίβα (δισέψιλον), ρόδακες κ.ά.

Τα κιονόκρανα της μεσοβυζαντινής περιόδου αποτελούν απλοποιημένες μορφές των κορινθιακών και των τεκτονικών κιονοκράνων και πολλές φορές ενσωματώνουν με καλλιτεχνικές προθέσεις, στις προσόψεις των κτιρίων κομμάτια από αρχαίο υλικό.

Η γλυπτική βρίσκεται σε άμεση σχέση με την αρχιτεκτονική και τα περισσότερα κομμάτια που έχουν σωθεί είναι αρχιτεκτονικά μέλη.

Τα τέμπλα διατηρούν τη γνωστή από την παλαιοχριστιανική περίοδο μορφή. Τα θέματα των γλυπτών είναι γεωμετρικά και σχηματοποιημένα φυτικά και ζωικά κοσμήματα με πολύ διακοσμητικό χαρακτήρα. Σπάνια απεικονίζονται και ανθρώπινες μορφές, ενώ η ισλαμική επίδραση είναι εμφανής τόσο στα "μοτίβα" όσο και στο ύψος των γλυπτών.

Στην Ελλάδα σώζεται ένας αρκετά σημαντικός αριθμός βασιλικών από τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα είναι: η βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες, η βασιλική της Κοίμησης στην Καλαμπάκα, ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου στη Σκριπού (αρχαίος Ορχομενός, μεταβατικός τύπος ναού), ο ναός της Παναγίας της μονής του Οσίου Λουκά (σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο) και το καθολικό της μονής Δαφνιού (οκταγωνικός τύπος). Στην Αθήνα υπάρχει ένα μνημείο οκταγωνικού ηπειρωτικού τύπου, η Σώτειρα του Λυκοδήμου, γνωστή ως Ρωσική Εκκλησία. Το μνημείο ανήκει στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα και του έχει γίνει ευρείας κλίμακας αναστήλωση τον περασμένο αιώνα.

Η ζωγραφική προσαρμόζεται στην ιεραρχημένη δομή της εκκλησίας του σύμπαντος της θείας Βασιλείας, που αρχίζει από το Θεό και καταλήγει στο πλήθος των πιστών. Έτσι στον τρούλο εικονίζεται ο Παντοκράτορας, - έκφραση του δόγματος του Ομοουσίου, - που περιβάλλεται από τους Προφήτες. Στην αψίδα παριστάνεται η Παναγία είτε βρεφοκρατούσα είτε σπανιότερα μόνη και εκφράζει την ενσάρκωση. Οι πιστοί που είναι στο ναό κάτω, με τη μεσολάβηση της ενσάρκωσης που εικονίζεται στην αψίδα, έχουν αποκτήσει την ικανότητα να πλησιάσουν το Θεό, που εικονίζεται στον τρούλο, το υπέρτατο σημείο της εκκλησίας του σύμπαντος.

Προοδευτικά από τον 9ο αι. η απόδοση της υπερβατικής υπόστασης των εικονιζομένων αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό του ύφους της ζωγραφικής που μορφοποιείται με λιτότητα εκφραστικών μέσων.

Επειδή τα ψηφιδωτά ήταν πάντα μια τέχνη δύσκολη και δαπανηρή, τα μνημεία που διαθέτουν τέτοια διακόσμηση είναι λίγα και σχεδόν έχουν γίνει με αυτοκρατορικές χορηγίες.

Το υψηλό κόστος του μωσαϊκού ανάγκασε τους Βυζαντινούς να καταφύγουν στις τοιχογραφίες, οι οποίες υποσκέλισαν τα ψηφιδωτά και έγιναν τα πιο αντιπροσωπευτικά μέσα έκφρασης της μνημειακής ζωγραφικής. Με τις τοιχογραφίες καλύπτονται σε σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλες επιφάνειες. Μαζί με τα μωσαϊκά εγκαταλείπεται και η ορθομαρμάρωση. Οι τοιχογραφίες καλύπτουν τότε από πάνω ως κάτω τους τοίχους των ναών.

Ιστορημένα χειρόγραφα

Αυτή την περίοδο γνώρισε ιδιαίτερα μεγάλη εξάπλωση διακόσμηση (ιστόρηση) των χειρογράφων με μικρογραφίες.

Οι μικρογραφίες εκφράζουν τεχνοτροπικές τάσεις άλογες με αυτές που απαντούν στη μνημειακή ζωγραφική.

Στο δεύτερο μισό του 9ου και στον 10ο αιώνα ανήκουν πολλά ονομαστά χειρόγραφα, που δείχνουν έντονη επίδραση από το κλασικό πνεύμα ή πολλές φορές ακόμη αφήνουν να φανεί άμεσα η χρήση ελληνιστικών προτύπων. Παραθέτουμε ορισμένα: "Ομιλίες" του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού, "Ειλητάριο του Ιησού του Ναυή" της Βιβλιοθήκης του Βατικανού κ.ά.

Πολλά και πλούσια σε φαντασία και επινοητικότητα είναι τα ιστορημένα χειρόγραφα του 12ου αιώνα. Το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα αποτελούν οι μικρογραφίες δυο χειρογράφων με τις ομιλίες που είχε συνθέσει ο μοναχός Ιάκωβος της μονής Κοκκινοβάφου της Βιθυνίας για τις θεομητορικές εορτές, με βάση το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου και τις σχετικές με την Παναγία παραδόσεις.

Υστεροβυζαντινή περίοδος

Ορίζεται από την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και φτάνει ως την Άλωση. Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο το Βυζαντινό Κράτος παρουσιάζεται κατακερματισμένο και η πρωτεύουσά του παύει να είναι το ισχυρό πολιτικό και το μοναδικό πολιτιστικό κέντρο που ακτινοβολεί σε Ανατολή και Δύση, όπως κατά τη μεσοβυζαντινή εποχή.

Οι αρχιτεκτονικοί τύποι και οι μορφές που απαντούν σ' αυτή την περίοδο δεν παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές από τα παραδείγματα της προηγούμενης εποχής. Χαρακτηρίζονται όμως από την αναζήτηση μεγαλύτερης ποικιλίας, η οποία στους τύπους εκδηλώνεται με τη δημιουργία συνδυαστικών λύσεων και στις μορφές με εκλεκτισμό που γίνεται ιδιαίτερα έντονος προς το τέλος της περιόδου. Οι τύποι ναών που απαντούν κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο είναι η βασιλική, ο σταυροειδής εγγεγραμμένος τύπος με τρούλο, ο οκταγωνικός, ο μικτός τύπος και ο σταυρεπίστεγος.

Για τις τοιχοποιίες χρησιμοποιούνται τα ίδια, όπως στην προηγούμενη περίοδο υλικά, τούβλα ή συνδυασμός τούβλων και πέτρας που συνηθίζεται περισσότερο. Εφαρμόζεται το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής, μόνο που τις περισσότερες φορές είναι ατελές. Τα κεραμοπλαστικά κοσμήματα, υπερβολικά πλούσια, βρίσκονται σε μεγάλη χρήση σε όλες τις περιοχές. Οδοντωτές ταινίες, μαίανδροι, φιαλοστόμια και σειρές από δισέψιλον περιτρέχουν τους ναούς. Αυτά που έχουν υποχωρήσει είναι τα κουφικά διακοσμητικά μοτίβα. Τα τέμπλα την περίοδο αυτή έχουν πάρει οριστικά τη μορφή εικονοστασίου, φράγματος δηλαδή υψηλού και κλειστού, με πολλές εικόνες, που απομονώνει τελείως το χώρο του ιερού. Η εξέλιξη αυτή άρχισε από τη μεσοβυζαντινή περίοδο προοδευτικά χωρίς να μπορεί να καθοριστεί ένα μνημείο ή συγκεκριμένη εποχή ως σταθμός.

Σε μερικά μνημεία εμφανίζονται μορφολογικές επιδράσεις της γοτθικής αρχιτεκτονικής που οφείλονται κυρίως στη φραγκική κατάκτηση. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία που προδίδουν δυτικές επιδράσεις στην αρχιτεκτονική είναι τα οξυκόρυφα τόξα.

Αλλά και τα γλυπτά της εποχής δεν είναι λίγα. Τόσο τα θέματα όσο και η τεχνική και οι τεχνοτροπίες μαρτυρούν τη διάθεση των καλλιτεχνών να μιμηθούν παλαιότερα πρότυπα του 6ου και του 11ου αιώνα. Υπάρχουν και παραδείγματα γλυπτών που έχουν δεχτεί επιδράσεις ρωμανικές και γοτθικές.

Πολλές φορές, για λόγους οικονομίας, τόσο στα τέμπλα όσο και στα θυρόφυλλα γίνεται χρήση ξύλου.

Η Θεσσαλονίκη κατά την παλαιολόγεια περίοδο γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση, όπως μαρτυρά μια σειρά ιδιαίτερα αξιόλογων μνημείων από το τέλος του 13ου και από τον 14ο αιώνα. Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης του τέλους του 13ου αιώνα και ο ναός των Αγίων Αποστόλων, καθολικό μονής, χρονολογημένος με επιγραφή στις αρχές του 14ου αιώνα, αποτελούν τυπικά παραδείγματα σταυροειδούς εγγεγραμμένου σύνθετου τύπου με τρούλο. Ο κεραμοπλαστικός τους διάκοσμος επίσης είναι υπερβολικά πλούσιος.

Αναφέρουμε ακόμη το ναό του προφήτη Ηλία, το καθολικό της μονής του Αγίου Νικολάου, το ναό της Παναγίας της Παρηγορίτισσας στην Άρτα, το καθολικό της Μονής της Κάτω Παναγιάς (Άρτα) και τη Μητρόπολη του Μυστρά.

Όμως τα όρια της τέχνης του 12ου και 13ου αιώνα είναι τελείως ρευστά και ασαφή.

Τα εικονογραφικά προγράμματα ακολουθώντας πάντα τη διάταξη που καθορίστηκε στη μεσοβυζαντινή εποχή, πλουτίζονται προοδευτικά με θέματα περιγραφικά και οραματικά, όπως είναι σκηνές από την παιδική ηλικία και το πάθος του Χριστού, το βίο της Παναγίας, η εικονογράφηση του Ακάθιστου, Βίων και Αγίων κ.ά. Συνηθίζεται επίσης η χρήση παραστάσεων της Παλαιάς Διαθήκης που θεωρούνται ότι προεικονίζουν την Καινή.

Η ζωγραφική έκφραση γίνεται περισσότερο φυσιοκρατική μέσα στα όρια πάντα που επιτρέπει μια τέχνη υπερβατική, μη ρεαλιστική, όπως είναι η βυζαντινή. Οι καλλιτέχνες δηλαδή προσπαθούν να επέμβουν με τρόπο περισσότερο υποκειμενικό στην εικονογραφική και τεχνοτροπική ερμηνεία των παραδοσιακών θεμάτων που χρησιμοποιούν.

Έτσι η ποικιλία των ψυχολογικών εκφράσεων φαίνεται στα πρόσωπα. Τα σώματα αποκτούν βάρος, οι κινήσεις γίνονται ζωηρές και υπάρχει έντονη αίσθηση του χώρου και του βάθους.

Από το 1300 περίπου η γραμμή αρχίζει να παίζει ουσιαστικό ρόλο στη ζωγραφική έκφραση, οι μορφές αποδίδονται με ιδεαλιστική ευγένεια και τα φυσιοκρατικά στοιχεία γίνονται περισσότερο μορφολογικά.

Όσον αφορά στη μνημειακή ζωγραφική, ο ναός της Παρηγορίτισσας στην Άρτα διακοσμήθηκε με ψηφιδωτά που χαρακτηρίζονται για την επιβλητική στάση των μορφών, το σφιχτό πλάσιμο και τις δυνατές αντιθέσεις των χρωμάτων.

Επίσης στη Θεσσαλονίκη, το καθολικό των Αγίων Αποστόλων διατηρεί πλούσιο σύνολο ψηφιδωτών και τοιχογραφιών. Από τη Θεσσαλονίκη ακόμη κατάγονται οι ζωγράφοι Ευτύχιος και Μιχαήλ Αστραπάς, που έκαναν τις τοιχογραφίες της Περιβλέπτου στην Αχρίδα.

Οι τοιχογραφίες του Μυστρά, ανάγονται στο τέλος του 13ου, στο 14ο και στο 15ο αιώνα. Από τεχνοτροπική άποψη ανήκουν σε γενικές γραμμές στο συγκρατημένο και ευγενικό ρεύμα με τις κομψές μορφές (Μητρόπολη- Οδηγήτρια).

Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο η τέχνη της φορητής εικόνας φτάνει στη μεγαλύτερή της ακμή. Πολλές είναι οι εικόνες εξαιρετικής ποιότητας που σώζονται από αυτή την εποχή. Το εικονογραφικό "ρεπερτόριο" εμφανίζεται ιδιαίτερα εμπλουτισμένο. Από άποψη τεχνοτροπική η ζωγραφική των εικόνων ακολουθεί παράλληλη πορεία με τη μνημειακή ζωγραφική.

Αντιπροσωπευτικά δείγματα είναι η εικόνα του Αγίου Ιακώβου της μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, η εικόνα του Ευαγγελιστή Ματθαίου στο Εθνικό Μουσείο της Αχρίδας και η εικόνα με την παράσταση της Σταύρωσης στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης ένα μέρος των καλλιτεχνικών της δυνάμεων συγκεντρώθηκε στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, όπου καλλιέργησε κυρίως τη ζωγραφική της φορητής εικόνας. Στα έργα των Κρητικών ζωγράφων η βυζαντινή παράδοση επιβίωσε σε όλο το 16ο και το 17ο αιώνα.

Παράλληλα η άμεση επαφή με τη Δύση, κυρίως με τη Βενετία, έδωσε τη δυνατότητα στους ζωγράφους αυτούς να αντλούν στοιχεία εικονογραφικά και τεχνοτροπικά από τη σύγχρονη ιταλική ζωγραφική, τα οποία ενσωμάτωσαν στα έργα τους.

Οι μικρογραφίες της εποχής χαρακτηρίζονται από το ελεύθερο πλάσιμο των μορφών, ώστε να αποδίδεται ο όγκος, από τις ήρεμες κινήσεις και από τις ζωντανές εκφράσεις. Στο 14ο αιώνα τα ιστορημένα χειρόγραφα δεν είναι πολλά.

Προς το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα οι μορφές χάνουν την αυτονομία τους μέσα στα αρχιτεκτονήματα του βάθους, που μεγαλώνουν σε κλίμακα. Η λεπτολόγος τεχνική των πορτραίτων και οι εξαιρετικά ραφιναρισμένες μορφές βρίσκονται μέσα στο πνεύμα της ζωγραφικής της εποχής.



Βιβλιογραφία

  • Guillou A., Ο Βυζαντινός Πολιτισμός, Ελληνικά Γράμματα, (1998)
  • Τζων Λόουντεν, Πρώιμη Χριστιανική & Βυζαντινή τέχνη (1999)
  • Ernst Kitzinger, Η βυζαντινή τέχνη εν τω γενέσθαι: Τα κύρια τεχνοτροπικά ρεύματα στην περιοχή της Μεσογείου. 3ος-7ος αιώνας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, (2004)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Από την Live-Pedia.g

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License

<@=@=@>


www.hellenica.de